Η Ελληνική Άβυσσος


*μέρος άρθρου της El País με αναφορά στο ΜΚΙΕ. Τα ονόματα των ασθενών που αναφέρονται δεν αποκαλύπτονται σύμφωνα με τον κανονισμό του ιατρείου να μην αναφέρονται τα ονόματα των ασθενών.
Η Α.Τ, 38 ετών και χωρισμένη, δε μπορεί να φανταστεί ένα χρόνο όπως οι δυο προηγούμενοι. Ούτε γι’αυτήν, ούτε για την κόρη της. Δεν παίρνει επίδομα ανεργίας και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τα λεφτά που της στέλνει που και που ο αδερφός της από τις ΗΠΑ και τα 88 ευρώ που δίνει το κράτος για την οχτάχρονη κόρη της. «88,04 ευρώ», εξακριβώνει. Δε μπορεί καν να στρογγυλοποιήσει τα ποσά των λογαριασμών της.
 Για να αντιμετωπίσει το κρύο χρησιμοποιεί 2 καλοριφέρ μέχρι να τους κόψουν το ρεύμα. Δεν έχει πληρώσει από το Νοέμβριο και χρωστάει 450 ευρώ. «Ήδη πριν μερικούς μήνες το έκοψαν. Η κόρη μου έπρεπε να διαβάσει με το φως των κεριών», αναφέρει. «Δεν ήμουν η μόνη, υπάρχουν πολλά σπίτια χωρίς ρεύμα». Το περασμένο καλοκαίρι, μόλις πριν 6 μήνες, η Αλεξάνδρα συμμετείχε σε μια ομάδα αλληλεγγύης που μοίραζε φαγητό σε μετανάστες. «Δεν είμαι ρατσίστρια, αλλά αν μιλήσεις με κάποιον θα σου πει το ίδιο. Υπάρχουν Πακιστανοί, Βούλγαροι, Ρουμάνοι. Εγώ δε μπορώ να βρω δουλειά ούτε σαν καθαρίστρια γιατί αντί να επιλέξουν εμένα προτιμούν μια κοπέλα ξένη. Την πληρώνουν λιγότερο και χωρίς ασφάλεια».
Η ασφάλεια στην οποία αναφέρεται είναι οι πληρωμές στην κοινωνική ασφάλιση που της επιτρέπουν να δέχεται ιατρική βοήθεια. Το 2011 ξεκίνησε ένα σύστημα πληρωμής για τις ιατρικές επισκέψεις και τα φάρμακα, το οποίο ίσχυε και για τις περιπτώσεις χρόνιας ασθένειας, με σκοπό να ισορροπηθούν οι προϋπολογισμοί. Οι μισθωτοί που χάνουν τη δουλειά τους μένουν χωρίς κάλυψη μετά από ένα χρόνο ανεργίας και οι αυτόνομοι όταν πάψουν να πληρώνουν. Η Αλεξάνδρα, που πριν την κρίση επεξεργαζόταν στοιχεία για βάσεις δεδομένων, δεν έχει ιατρική κάλυψη εδώ και χρόνια. Ούτε εκείνη, ούτε η κόρη της. Όπως η πλειονότητα των 1,34 εκατομμυρίων ανέργων της χώρας. Χωρίς ασφάλιση, είναι υποχρεωμένη να πληρώνει για τις επισκέψεις και για να πάει στο νοσοκομείο. Γι’ αυτό κάθε φορά που η Αλεξάνδρα πρέπει να πάει την κόρη της στο γιατρό, χρειάζεται να διανύσει μια απόσταση 50 λεπτών με το Μετρό και τα λεωφορεία προκειμένου να φτάσει στο Ελληνικό, ένα προάστιο της νότιας Αθήνας.
Εκεί, εδώ και ένα χρόνο, στις εγκαταστάσεις μιας παλιάς αμερικάνικης βάσης, βρίσκεται το Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο του Ελληνικού. Ενώ τα δημόσια νοσοκομεία υποφέρουν από έλλειψη υλικών και προσωπικού, με τους γιατρούς να υποχρεώνονται να δουλεύουν διπλές και τριπλές βάρδιες και τις νοσοκόμες να φέρνουν τα γάντια από το σπίτι τους, αυτό το μικρό κέντρο υγείας είναι μια «νησίδα» αποτελεσματικότητας. Εδώ φτάνουν οι άνθρωποι που βρέθηκαν στο περιθώριο της δημόσιας υγείας.
«Ήθελα να κάνω κάτι. Συναντήθηκα με άλλους συναδέλφους και πήγαμε να δούμε το δήμαρχο και να ρωτήσουμε για τις εγκαταστάσεις. Και μας τις παραχώρησε. Εκείνοι πληρώνουν το ρεύμα και την καθαριότητα. Για τα υπόλοιπα δε δεχόμαστε χρήματα παρά μόνο δωρεές», λέει ο γιατρός Γιώργος Βήχας. Τα πρωινά είναι καρδιολόγος του εθνικού συστήματος υγείας. Τα απογεύματα δέχεται ασθενείς στο Κοινωνικό Ιατρείο. Υπάρχουν ακόμη παιδίατροι, ψυχολόγοι, οδοντίατροι, γυναικολόγοι… Για τις διαγνωστικές εξετάσεις υποστηρίζονται από κέντρα τα οποία έχουν αποφασίσει να κάνουν αυτές τις εξετάσεις δωρεάν παρά τους περιορισμούς. Για τα φάρμακα έχουν ένα εσωτερικό φαρμακείο, που επίσης λειτουργεί με δωρεές.
«Υπάρχει κόσμος που πεθαίνει επειδή δεν έχει ασφάλεια. Πριν μισή ώρα βρισκόταν εδώ μια ασθενής με καρκίνο. Τον ανακάλυψε πριν τρεις μήνες, στη γλώσσα και στο λαιμό. Τη στείλαμε στο νοσοκομείο Σωτηρία (όπου υπάρχουν ορισμένοι γιατροί που δέχονται ασθενείς χωρίς ασφάλιση) για να μπορέσει να το αντιμετωπίσει», τονίζει ο γιατρός. Το 70% αυτών που προσφεύγουν στο ιατρείο είναι Έλληνες πολίτες. «Από την κοινωνική οπτική γωνία, είναι άνθρωποι που πριν 6-7 μήνες είχαν δουλειά και χρήματα. Όταν έρχονται εδώ δε φέρνουν μαζί τους μόνο μια ασθένεια, αλλά και τη δραματική ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρίσκονται», λέει ο Γ. Βήχας.
Υπό την επίβλεψή του έχει οριακές περιπτώσεις, όπως αυτή του Γ.Π. Πριν από δυο χρόνια ήταν κάμεραμαν και σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ. Με το συνδυασμό της καθυστέρησης των πληρωμών των πραγματοποιημένων εργασιών και των 10.000 ευρώ που πλήρωσε για μια επέμβαση στην καρδιά, πλέον δεν έχει για να πληρώσει τα φάρμακα που χρειάζονται. Πρέπει να παίρνει 8 διαφορετικά χάπια την ημέρα. Είναι φάρμακα απαραίτητα για την υγεία του. Αν δεν του δίνονταν εδώ, δεν θα ήξερε τι να κάνει. Ο Γιώργος Βήχας αναγνωρίζει ότι με πρωτοβουλίες όπως το ΜΚΙΕ, υπάρχει το ρίσκο δημιουργίας ενός παράλληλου συστήματος υγείας. «Αλλά τι να κάνουμε; Να αφήσουμε άτομα να πεθάνουν; Για αυτό το λόγο λέμε σε αυτούς που έρχονται εδώ ότι ο χώρος αυτός είναι ένας χώρος θεραπείας, αλλά και αντίστασης, προκειμένου ο κόσμος να έχει επίγνωση της κατάστασης και να διεκδικήσει τα δικαιώματά του». 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*